Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

starter model


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο starter παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: model
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
starter nmainly UK (food: first course)ορεκτικό επίθ ως ουσ ουδ
  πρώτο πιάτο φρ ως ουσ ουδ
 The waiter served the diners their starters.
 Ο σερβιτόρος σέρβιρε στους πελάτες τα ορεκτικά τους.
starter n(machine part) (αυτοκινήτου)μίζα ουσ θηλ
 (επίσημο)εκκινητής, εκκινητήρας ουσ αρσ
 The mechanic told Jim he needed a new starter for his engine.
 Ο μηχανικός είπε στον Τζιμ πως χρειαζόταν νέα μίζα για τη μηχανή του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
starter n(person starting [sth](που τώρα ξεκινά)νέος επίθ ως ουσ
 (που δεν έχει εμπειρία)αρχάριος επίθ ως ουσ
 The director of the course held a meeting for all the starters.
starter n(wild yeast mix for making bread)προζύμι ουσ ουδ
 Tania is a keen baker and uses her starter regularly to bake sourdough bread.
starter n as adj(first, beginning)για αρχάριους περίφρ
 Alys wanted to try oil painting, so she bought a starter set of six colours.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
car starter n(device used to start car engine)εκκινητήρας ουσ αρσ
kickstarter,
kick-starter
n
(device to start an engine) (σε μοτοσυκλέτα)μανιβέλα ουσ θηλ
kickstarter,
kick-starter
n
figurative (catalyst to [sth](μεταφορικά)καταλύτης ουσ αρσ
  αυτός που δίνει ώθηση περίφρ
late starter ninformal (person: later than others)που αργεί να κάνει κτ περίφρ
self-starter n(person with initiative)άτομο με πρωτοβουλία περίφρ
 Jim's a real self-starter. I never have to assign him work: he finds it by himself.
sourdough starter n(bacteria for making bread)προζύμι ουσ ουδ
starter culture n(bacteria for fermenting yoghurt)αρχική καλλιέργεια, καλλιέργεια εκκίνησης φρ ως ουσ θηλ
starter kit n(set of basic equipment)βασικός εξοπλισμός επίθ + ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση starter model στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «starter model».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!